Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα (Δυστυχώς) Προφητικό Κείμενο του 1994

“αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργηθούν έγκαιρα, αργά ή γρήγορα η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα “ξυπνήσουν” απότομα από τους κραδασμούς μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης που δυστυχώς δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και κοινωνική και πολιτική και εθνική.”

Το κεντρικό μήνυμα που αναδύεται είναι ότι η οικονομική πολιτική είναι υπεύθυνη για μεγάλο μέρος της κρίσης στην οποία έχει περιπέσει η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαπενταετία. Οι οικονομικοί και πολιτικοί μας θεσμοί δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις νέες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επεκράτησαν μετά την μεταπολίτευση.

Οι πολιτικοί μας θεσμοί, δεν παρέχουν κίνητρα συνέπειας και μακρόπνοης στρατηγικής στους πολιτικούς. Η οργάνωση, η λειτουργία και η μέθοδος χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων εξακολουθεί να είναι πρωτόγονη και αδιαφανής, ο ρόλος της Βουλής είναι περιθωριακός σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, το σύστημα εκλογής των βουλευτών χαρακτηρίζεται από την οικογενειοκρατία και την ρουσφετολογία. Την ίδια περίοδο, οι αλλαγές στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας είναι ιδιαίτερα και αδικαιολόγητα συχνές, καθώς ελάχιστοι υπουργοί έχουν θητεία μεγαλύτερη των δύο ετών.

Η κατάσταση αυτή κάθε άλλο παρά ευνοεί την υιοθέτηση υπεύθυνης στάσης στα θέματα της οικονομίας, ή ακόμη και την προσέλκυση και αξιοποίηση των ικανοτέρων στην πολιτική. Σαν αποτέλεσμα, οι περισσότεροι από τους πολιτικούς μας δεν έχουν τις δυνατότητες και τα κίνητρα να ηγηθούν πραγματικά και να προχωρήσουν στις τομές εκείνες που είναι απαραίτητες προκειμένου να βγει επιτέλους η ελληνική οικονομία από την κρίση που την μαστίζει. Την ίδια στιγμή, λόγω και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, η δημόσια διοίκηση νοσεί βαθύτατα. Το μεγαλύτερο κίνητρο προσέλκυσης στον δημόσιο τομέα εξακολουθεί να είναι η μονιμότητα. Ελάχιστα κίνητρα υπάρχουν για αποδοτική εργασία, ανάληψη πρωτοβουλιών και την επιδίωξη μίας αξιοπρεπούς επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Η στελέχωση της δημόσιας διοίκησης γίνεται με μικροπολιτικά και “κοινωνικά” κριτήρια, που κάθε άλλο παρά ευνοούν την πρόσληψη των ικανοτέρων και καταλληλότερων. Το δημόσιο λογιστικό και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες εμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, την ίδια στιγμή που ο ρόλος του κράτους έχει διευρυνθεί σημαντικά. Σαν αποτέλεσμα, η κύρια οικονομική διαδικασία στον δημόσιο τομέα είναι η θωράκιση των παντώς είδους “κεκτημένων” των διαφόρων υποομάδων που τον αποτελούν, εις βάρος βέβαια των υπολοίπων υποομάδων, των φορολογουμένων και των “πελατών” των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών.

Όπως θα περίμενε κανείς, στην κατάσταση αυτή έχει προσαρμοσθεί παθητικά και μεγάλο μέρος του ιδιωτικού τομέα, που είναι υποχρεωμένο να συνυπάρχει με το δημόσιο. Μία άλλη μερίδα του ιδιωτικού τομέα, ιδιαίτερα αυτή που ασχολείται με τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, έχει όχι απλώς προσαρμοσθεί, αλλά, όπως είναι φυσικό, ωφελείται κιόλας από την κατάσταση αυτή.

Σήμερα οι προοπτικές της οικονομίας εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσοίωνες. Οι προσαρμογές που απαιτούνται προκειμένου να ξεπερασθεί η κρίση είναι βαθιές. Ωστόσο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα και το σύστημα της δημόσιας διοίκησης παραμένουν εσωστρεφή, και ανήμπορα να τις υιοθετήσουν. Μπροστά σε αυτή τους την αδυναμία πιάνονται από οτιδήποτε τους επιτρέπει να αναβάλλουν την ώρα της αλήθειας.



Συμπερασματικά, η αποτυχία της εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, ακόμη και αν η παρέμβαση αυτή ήταν καταρχήν δικαιολογημένη από αδυναμίες των μηχανισμών της αγοράς, είναι τα τελευταία χρόνια πρόδηλη. Η “θεραπεία”, αν για κάτι τέτοιο επρόκειτο, αποδείχθηκε χειρότερη από την “ασθένεια”. Οι οικονομικοί μας θεσμοί πρέπει να αναμορφωθούν προς την κατεύθυνση της αποκρατικοποίησης και της ελεύθερης επιλογής, ώστε να συμβαδίζουν με τις πολιτικές ελευθερίες που απολαμβάνουμε μετά την μεταπολίτευση. Το κράτος πρέπει να επικεντρωθεί στο να επιτελεί αποτελεσματικά τις πρωταρχικές του λειτουργίες. Σε ότι αφορά στις υπόλοιπες λειτουργίες του, πρέπει να φύγει η έμφαση από τις επιδοτήσεις, τους άμεσους ελέγχους και την απευθείας παραγωγή. Χρειαζόμαστε ένα κράτος που να επιβλέπει την εφαρμογή ρυθμίσεων που αποβλέπουν στην αντιμετώπιση των αδυναμιών της ελεύθερης αγοράς, και ένα κράτος που θα παρέχει ένα δίκτυ ασφάλειας για τα φτωχότερα νοικοκυριά, χωρίς να αδρανοποιεί τα οικονομικά κίνητρα που κινούν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Οι λύσεις που θα επιλεγούν μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές. Δεν υπάρχει ούτε ένας τρόπος να κάνεις αποκρατικοποίηση, ούτε μία μόνο μέθοδος οργάνωσης της παραγωγής και διασποράς της ιδιοκτησίας, ούτε ένα μόνο πλέγμα κρατικών ρυθμίσεων. Το κριτήριο της αποτελεσματικότητας θα πρέπει ωστόσο να βαρύνει έντονα, διότι μόνο με αποτελεσματική οργάνωση της παραγωγής μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Το ίδιο έντονα θα πρέπει να βαρύνει η πολιτική βιωσιμότητα οποιασδήποτε “λύσης” επιλεγεί. Δεν αρκεί να επιλεγεί η πιο αποτελεσματική λύση αν πρόκειται να ανατραπεί με την πρώτη αλλαγή κυβέρνησης. Εδώ ίσως μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο και η διαδικασία του κοινωνικού διαλόγου, αλλά και οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες οδηγούν την διάρθρωση της οικονομίας μας προς την ορθή κατεύθυνση.

Είναι ωστόσο βέβαιο ότι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα συναντήσουν τεράστιες αντιδράσεις. Η πολιτική και γραφειοκρατική αδράνεια και τα οργανωμένα συμφέροντα έχουν μεγάλη δύναμη αντίστασης. Αυτό αποδεικνύεται και από την αντιμετώπιση και την τύχη που είχε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης. Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι εάν θα ξεκινήσουν έγκαιρα και εάν θα διασφαλισθούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Τον κρισιμότερο ρόλο σε τέτοιες διαδικασίες τον παίζουν οι διάφορες “ηγεσίες”. Η πνευματική “ηγεσία” πρέπει να καταδείξει την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης των θεσμών και των δομών της οικονομίας μας, και να κάνει συγκεκριμένες εναλλακτικές προτάσεις. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να αντιληφθούν την αναγκαιότητα αυτή, και να προβάλλουν και να στηρίξουν τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Οι πολιτικές “ηγεσίες” πρέπει να υιοθετήσουν εφαρμόσιμα πολιτικά προγράμματα μεταρρύθμισης και να βρουν την δύναμη να τα υλοποιήσουν. Οι εργοδοτικές οργανώσεις και τα εργατικά συνδικάτα, αλλά και οι φορείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης, θα πρέπει να μπορέσουν να ξεπεράσουν ορισμένα στενά συντεχνιακά και κομματικά τους συμφέροντα.

Οι προϋποθέσεις αυτές ακούγονται εξαιρετικά απίθανες. Ωστόσο, η ικανοποίησή τους ίσως διευκολυνθεί από την πίεση που δημιουργεί για τους οικονομικούς μας θεσμούς η διαδικασία εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μακροοικονομική σύγκλιση που απαιτείται σύμφωνα με την συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η προϊούσα συνειδητοποίηση των αδιεξόδων στα οποία οδηγείται η οικονομία μας. Πάντως, αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργηθούν έγκαιρα, αργά ή γρήγορα η ελληνική οικονομία και κοινωνία θα “ξυπνήσουν” απότομα από τους κραδασμούς μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης που δυστυχώς δεν αποκλείεται να αποδειχθεί και κοινωνική και πολιτική και εθνική.

(από τα συμπεράσματα του βιβλίου του Γιώργου Αλογοσκούφη, Η Κρίση της Οικονομικής Πολιτικής, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1994)

Για τα πλήρη συμπεράσματα ακολουθείστε αυτό το σύνδεσμο.





Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Πολιτικοί και Οικονομικοί Παράγοντες που Οδήγησαν στη Συσσώρευση του Ελληνικού Δημοσίου Χρέους



Από τις αρχές του 2010 και μετά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα. Βιώνει μία πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης που έχει οδηγήσει στη βαθύτερη και μεγαλύτερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου, το τέλος της οποίας δεν είναι ορατό.

Στο επίκεντρο βρέθηκε η ασθενής δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, αλλά και η χαμηλή διεθνής της ανταγωνιστικότητα, οι δύο χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Οι προσπάθειες προσαρμογής που αναλήφθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και βραχύβιες, και συνήθως εκτροχιάζονταν κατά τη διάρκεια εκλογικών περιόδων.

Η Ελλάδα εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ χωρίς να έχει αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτές τις δύο διαρθρωτικές αδυναμίες. Επιπλέον, η δημοσιονομική χαλάρωση και η σημαντική αύξηση του κόστους εργασίας που ακολούθησαν αμέσως μετά την ένταξη, οδήγησαν σε περαιτέρω επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας και της διεθνούς της ανταγωνιστικότητας.

Η κορύφωση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης μετά το Σεπτέμβριο του 2008, και η διεθνής ύφεση του 2009, έπληξαν την ελληνική οικονομία στην αχίλλειο πτέρνα της. Η αναχρηματοδότηση του υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας, μεγάλο μέρος του οποίου είχε διεθνοποιηθεί μέσω των μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε ολόκληρη τη δεκαετία που είχε μεσολαβήσει, κατέστη σταδιακά προβληματική, δεν αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά και κατέληξε στην κρίση χρέους του 2010.

Η ανάλυση των προσδιοριστικών παραγόντων της συσσώρευσης και της ανεπαρκούς προσαρμογής του δημοσίου χρέους στην περίοδο της μεταπολίτευσης αποτελεί προϋπόθεση για το σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών προσαρμογής που αναλήφθηκαν μετά το 2010, στα πλαίσια των μνημονίων διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων με την Τρόϊκα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτή η ανάλυση αποτελεί το κύριο αντικείμενο της παρούσας εργασίας.

Στο τμήμα 1 αναλύεται η φύση της δημοσιονομικής κρίσης του 2010, που οδήγησε στο πρώτο μνημόνιο. Στο τμήμα 2 γίνεται μία αναλυτική ανασκόπηση της διαδικασίας συσσώρευσης δημοσίου χρέους στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Στο τμήμα 3 επισκοπούνται οι σύγχρονες θεωρίες που εξηγούν τη συσσώρευση δημοσίου χρέους, με έμφαση στη “νέα πολιτική οικονομία”. Στο τμήμα 4 αναλύονται και περιγράφονται τα αποτελέσματα μιας οικονομετρικής διερεύνησης των προσδιοριστικών παραγόντων της συσσώρευσης και της ανεπαρκούς προσαρμογής του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα, με βάση τις προβλέψεις ενός υποδείγματος της νέας πολιτικής οικονομίας.

Η ανάλυση αυτή συνδέει τη συσσώρευση και την ανεπαρκή προσαρμογή του δημοσίου χρέους με την επιλογή όλων των κυβερνήσεων να αυξάνουν συνεχώς τις πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ, με την αδύναμη σταθεροποιητική τους αντίδραση στις αυξήσεις του δημοσίου χρέους λόγω πολιτικού κόστους, και τη σημαντική διεύρυνση των πρωτογενών δαπανών και ελλειμμάτων του δημοσίου σε έτη εκλογών. Οι κανόνες της Συνθήκης του Μάαστριχτ και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης συνέβαλαν στη μείωση των πρωτογενών ελλειμμάτων μετά το 1992, αλλά η επίπτωσή τους περιορίστηκε στο να σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα γύρω στο 100% του ΑΕΠ, κάτι που δεν απέτρεψε την ανώμαλη προσγείωση της ελληνικής οικονομίας το 2010.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, ακολουθείστε αυτόν τον σύνδεσμο.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Η Οικονομική Πολιτική 2004-2008 και η Κρίση του 2009

Ο πρώην Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιώργος Αλογοσκούφης απέστειλε την ακόλουθη επιστολή – υπόμνημα στον Πρόεδρο της Εξεταστικής Επιτροπής για το έλλειμμα του 2009. Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής.

Αθήνα, 21 Μαρτίου 2012

Κύριε Πρόεδρε,

Στις 20 Μαρτίου 2012, έλαβα πρόσκλησή σας να καταθέσω εντός δύο ημερών στην Επιτροπή σας ως μάρτυς για το έλλειμμα του 2009.

Όπως γνωρίζετε η θητεία μου στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών τερματίστηκε στις 7 Ιανουαρίου του 2009, με αποτέλεσμα να μην έχω καμμία ιδιαίτερη γνώση για τις συνθήκες εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2009 και τη διαμόρφωση του ελλείμματος για τη χρονιά εκείνη.

Ωστόσο, λαμβάνοντας αφορμή από την πρόσκλησή σας, επισυνάπτω ένα σύντομο υπόμνημα αναφορικά με την περίοδο της θητείας μου στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και τις συνθήκες που μας οδήγησαν στην κρίση του 2009-2010.

Οικονομική Ανάπτυξη, Απασχόληση και Βιοτικό Επίπεδο

Στην περίοδο 2004-2008, η ελληνική οικονομία παρουσίασε υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας αξιόπιστης οικονομικής πολιτικής η οποία, μέσω της απλοποίησης του φορολογικού συστήματος, της σταδιακής μείωσης της φορολογίας εισοδήματος και ακινήτων και μεταρρυθμίσεων όπως οι αποκρατικοποίησεις οδήγησε σε σημαντική αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης έφθασε το 3,4% το χρόνο, με αποτέλεσμα στην πενταετία 2004-2008 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να αυξηθεί από το 81,3% του μέσου όρου των 15 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο 84,5%. Σε τρέχουσες τιμές το συνολικό ΑΕΠ σε ετήσια βάση αυξήθηκε κατά 64,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Δημιουργήθηκαν 300.000 νέες θέσεις εργασίας, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν και η ανεργία μειώθηκε από το 10,5% το 2004 στο 7,7% το 2008.

Αντίθετα, η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε κατάρρευση μετά την ανάληψη των ευθυνών από τη κυβέρνηση Παπανδρέου. Το μέσο ποσοστό μείωσης του ΑΕΠ κατά την τελευταία διετία φθάνει, αν δεν ξεπερνά το 4% (το 2011 άγγιξε το -7%) και η ανεργία έχει διπλασιαστεί σε ποσοστό που ξεπερνά το 15%.

Δημοσιονομικά Ελλείμματα και Δημόσιο Χρέος

Το 2004, η κυβέρνηση Καραμανλή παρέλαβε ελλείμματα της τάξης του 8% του ΑΕΠ και ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 100% του ΑΕΠ. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες προχώρησε σε σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή έως τα μέσα του 2007. Μετά το 2007 η προσαρμογή ανακόπηκε και εν μέρει αντιστράφηκε λόγω της κρίσης, της παγκόσμιας ύφεσης αλλά και των πολιτικών περιορισμών που ανέκυψαν στην εφαρμογή της. Σε κάθε περίπτωση όμως, η αντιστροφή αυτής της τάσης, που παρουσιάστηκε μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης, δεν διαφέρει σε σχέση με ότι έγινε στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα αυξήθηκαν σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα, και που είναι η βάση των σημερινών προβλημάτων, είναι το υψηλό δημόσιο χρέος της, κάτι που δεν δημιούργησαν αλλά κληρονόμησαν οι κυβερνήσεις Καραμανλή. Αυτό που οδήγησε την Ελλάδα στη δίνη της κρίσης ήταν οι χειρισμοί της κυβέρνησης Παπανδρέου και όχι οι πολιτικές της κυβέρνησης Καραμανλή, ο οποίος είχε προεκλογικά προειδοποιήσει για τους επερχόμενους κινδύνους.

Εκεί που υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα είναι στο ζήτημα των εκτός προϋπολογισμού δημοσίων δαπανών, κυρίως στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα νοσοκομεία και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις

Στην περίοδο 2004-2008 οι κυβερνήσεις Καραμανλή προχώρησαν σε σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Τη φορολογική μεταρρύθμιση, σημαντικές αποκρατικοποιήσεις, τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, την ένταξη της Ελλάδας στην ψηφιακή εποχή, τη μεταρρύθμιση της λειτουργίας των ΔΕΚΟ, το Εθνικό Πρόγραμμα Περιφερειακής Ανάπτυξης, τη δημιουργία του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής (βλ. αναλυτικό υπόμνημα). Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είχαν σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

Κοινωνική Πολιτική

Κατά την περίοδο 2004-2008, οι κυβερνήσεις Καραμανλή μείωσαν την ανεργία, δημιούργησαν τις προυποθέσεις για πραγματική βελτίωση των μισθών, ενίσχυσαν τα εισοδήματα των χαμηλοσυνταξιούχων και τα επιδόματα ανεργίας, μείωσαν τη φορολογική επιβάρυνση για τα μεσαία εισοδήματα και στήριξαν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Με τις πολιτικές αυτές ενισχύθηκε η οικονομική ανάπτυξη και η απασχόληση και στηρίχθηκαν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Φορολογική Πολιτική και Φορολογικά Έσοδα

Οι φοροειπρακτικοί μηχανισμοί είχαν καταρρεύσει από το 2000 έως το 2004. Αυτή ήταν η κατάσταση την οποία παρέλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή.

Από το 2000, και χωρίς να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές, τα έσοδα από την άμεση και την έμμεση φορολογία μειώθηκαν από 23,3% του ΑΕΠ στο 20,0% το 2003 και στο 19,6% το 2004. Υπήρξε μια συνολική απώλεια εσόδων της τάξης του 3,7% του ΑΕΠ.

Αντιθέτως, μεταξύ 2004 και 2008, και παρά τις μεγάλες μειώσεις των φορολογικών συντελεστών στην άμεση φορολογία, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 0,8% του ΑΕΠ. Οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί βελτιώθηκαν, για αυτό και δεν υπήρξαν απώλειες εσόδων από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Η Διεθνής Κρίση του 2008

Η κυβέρνηση Καραμανλή κατά το 2008 κινήθηκε πριν εκδηλωθεί η δεύτερη και σοβαρότερη φάση της κρίσης, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, με μέτρα για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τον έλεγχο των δημοσίων δαπανών, την εγγύηση των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών, την ενίσχυση της ρευστότητας και την προστασία των χαμηλόσυνταξιούχων, των ανέργων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Παρά τα μέτρα αυτά όμως, η πρωτοφανής διεθνής κρίση έπληξε και την ελληνική οικονομία, όπως και όλες τις χώρες του κόσμου, προκαλώντας ύφεση και διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ιδίως στο τελευταίο τρίμηνο του 2008 και κατά το 2009.

Η Δημοσιονομική Απογραφή και τα Στατιστικά Στοιχεία

Η δημοσιονομική απογραφή του 2004, που αποτελούσε άλλωστε ρητή προγραμματική δέσμευση της Νέας Δημοκρατίας το 2004, έγινε άψογα από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία σε συνεργασία με την ΕΣΥΕ, και παρουσίασε τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ της πραγματικότητας και των στοιχείων που παρουσίαζε η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, ελήφθησαν σημαντικά μέτρα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας και της διαφάνειας των δημοσιονομικών στοιχείων, όπως η γενικευμένη έρευνα της ΕΣΥΕ για τα οικονομικά αποτελέσματα των φορέων της γενικής κυβέρνησης, η σύσταση διυπουργικής επιτροπής για τον ενδελεχή έλεγχο των προϋπολογισμών και ισολογισμών τους, η ένταξη των ειδικών λογαριασμών στον προϋπολογισμό, η συνεχής συνεργασία με τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τη βελτίωση της ακρίβειας των στοιχείων. Προβλήματα ακρίβειας των στοιχείων ασφαλώς παρέμεναν και παραμένουν, κυρίως σε σχέση με τις εκτός κρατικού προϋπολογισμού δαπάνες των φορέων της γενικής κυβέρνησης, αλλά αυτά είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με το παρελθόν, και σε καμμία περίπτωση η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν «παραποιούσε» στατιστικά στοιχεία. Παραποίηση στατιστικών στοιχείων καταγγέλθηκε για την κυβέρνηση Παπανδρέου, με την πρόχειρη και αστήρικτη αναθεώρηση του Οκτωβρίου του 2009, από στελέχη όχι μόνο της ΕΣΥΕ επί κυβέρνησης Καραμανλή, αλλά και από στελέχη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής που διόρισε η κυβέρνηση Παπανδρέου.

Ελπίζω τα στοιχεία αυτά να είναι χρήσιμα στο έργο της Επιτροπής σας.

Γιώργος Αλογοσκούφης

Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, 2004-2008

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Μεταρρυθμίσεις και Αντιμεταρρυθμίσεις

Σήμερα που όλοι μιλούν για μεταρρυθμίσεις, πολλοί αγνοούν τις σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία που προώθησε η κυβέρνηση Καραμανλή την περίοδο 2004-2008, και τις οποίες εν πολλοίς εγκατέλειψε, αν δεν ανέτρεψε, η κυβέρνηση Παπανδρέου. Μεταρρυθμίσεις που στόχο είχαν τη ενίσχυση της ανάπτυξης της οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης, την κοινωνική συνοχή και τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Λόγω και των μεταρρυθμίσεων αυτών η ελληνική οικονομία επέτυχε την περίοδο εκείνη υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σημαντική μείωση της ανεργίας και πραγματική σύγκλιση, σε αντίθεση με τη βαθειά ύφεση, την έκρηξη της ανεργίας και την απόκλιση από την Ευρώπη των τελευταίων δυόμιση περίπου χρόνων.

Α. Φορολογική Μεταρρύθμιση

Η φορολογική μεταρρύθμιση προωθήθηκε για αναπτυξιακούς και κοινωνικούς λόγους. Βασίστηκε στην απλοποίηση του συστήματος της άμεσης φορολογίας και την προγραμματισμένη, σταδιακή μείωση των συντελεστών άμεσης φορολογίας για τις επιχειρήσεις (από το 35% στο 25%) και τα μεσαία εισοδήματα φυσικών προσώπων (από το 35-40% στο 25%). Για τα χαμηλά εισοδήματα επελέγη η αύξηση του αφορολογήτου ορίου από τις 10 στις 12 χιλιάδες ευρώ, ενώ ήταν ξεκάθαρο ότι, τυχόν φορολογικά μέτρα που ενδεχομένως θα απαιτούνταν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, δεν θα αναιρούσαν τις προγραμματισμένες μειώσεις των συντελεστών της άμεσης φορολογίας.

Οι προγραμματισμένες μειώσεις των φορολογικών συντελεστών εφαρμόστηκαν με συνέχεια και συνέπεια. Όποτε χρειάστηκαν επιπλέον έσοδα, για να ενισχυθεί η δημοσιονομική προσαρμογή, υπήρξε προσφυγή στην αύξηση του ΦΠΑ (2005), στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης των καυσίμων (2006) και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (2008).

Επιπλέον, εισήχθη για πρώτη φορά ο ΦΠΑ στις νέες οικοδομές, το χαμηλό τέλος ακίνητης περιουσία (ΤΑΠ) με ποσοστό 0,1%, ενώ καταργήθηκε ο φόρος κληρονομιών και γονικών παροχών.

Δυστυχώς η φορολογική μεταρρύθμιση ανατράπηκε πλήρως μόλις εξελέγη η κυβέρνηση Παπανδρέου. Έκτοτε επικρατεί ένα φορολογικό αλλαλούμ, με υπερφορολόγηση των εισοδημάτων και των ακινήτων, απουσία κανόνων στη φορολογική πολιτική και συνεχείς νέες επιβαρύνσεις. Αυτό έχει οδηγήσει σε εμβάθυνση της ύφεσης, έκρηξη της ανεργίας, αλλά και καχεξία των φορολογικών εσόδων.

Β. Αποκρατικοποιήσεις

Οι αποκρατικοποιήσεις της περιόδου μετά το 2004 ήταν, σε αντίθεση με το παρελθόν, στρατηγικού χαρακτήρα. Δόθηκε έμφαση στην πλήρη αποκρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (πλην της Αγροτικής Τράπεζας) και των τηλεπικοινωνιών. Η Εθνική και η Εμπορική τράπεζα αποκρατικοποιήθηκαν πλήρως. Το ελληνικό δημόσιο κατέστη μέτοχος μειοψηφίας στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και τον ΟΠΑΠ. Ο ΟΤΕ απέκτησε στρατηγικό εταίρο, ο οποίος ανέλαβε και τη διοίκηση του οργανισμού, με σημαντικά όμως δικαιώματα αρνησικυρίας για το ελληνικό δημόσιο. Μία αδυναμία υπήρξε η μη προώθηση των αποκρατικοποιήσεων στους τομείς της ενέργειας και της ύδρευσης. Ειδικά στον τομέα της ενέργειας επελέγη η προώθηση συμφωνιών για τη διέλευση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου. Στον τομέα των μεταφορών, μετά από πολλές προσπάθειες, ολοκληρώθηκε η αποκρατικοποίηση της Ολυμπιακής. (βλ. Πίνακα 3).

Τα συνολικά έσοδα από το Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων (2004-2009) ανήλθαν σε €7,63 δις, σχεδόν 10% της αύξησης του ΑΕΠ μέσα στην πενταετία. Μέσα από τις νέου τύπου αποκρατικοποιήσεις η Ελλάδα ξαναμπήκε στο διεθνή επενδυτικό χάρτη. Το 77% περίπου των εσόδων προήλθε από εισροές ξένων κεφαλαίων, κάτι που αποδεικνύει την εμπιστοσύνη που δημιουργήθηκε για την ελληνική οικονομία. Επιπλέον, μετά το 2009, η μόνη αποκρατικοποίηση που έγινε (διάθεση επιπλέον μετοχών του ΟΤΕ) βασίστηκε σε συμφωνία που είχε συνάψει το 2008 η κυβέρνηση Καραμανλή. Καμμία άλλη νέα αποκρατικοποίηση δεν έχει προωθηθεί.

Γ. Ψηφιακή Στρατηγική

Η ενίσχυση των ψηφιακών τεχνολογιών έγινε μέσω της ψηφιακής στρατηγικής, που έδωσε έμφαση στην προώθηση της ευρυζωνικότητας, στην ανάπτυξη της ζήτησης για ευρυζωνικές υπηρεσίες και στις επενδύσεις σε νέες ψηφιακές υπηρεσίες τόσο για το δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα. Η ψηφιακή στρατηγική υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένη, καθώς οδήγησε σε αύξηση της διείσδυσης της ευρυζωνικότητας, από το 0,1% του πληθυσμού το 2004, στο 13,4% στις αρχές του 2009. Οι μηνιαίες τιμές ευρυζωνικής σύνδεσης ADSL, οι οποίες το 2004 ήταν οι υψηλότερες στην ΕΕ, στα τέλη του 2008 βρίσκονταν στο μέσο όρο, έχοντας μειωθεί κατά 85% περίπου. Οι ταχύτητες έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ το 40% των νοικοκυριών είχαν πρόσβαση στο διαδίκτυο στα τέλη του 2008, από 20% το 2004.

Δ. Αναπτυξιακές Μεταρρυθμίσεις

Η ενίσχυση της ανάπτυξης, και δη της περιφερειακής, επιδιώχθηκε με μία σειρά από πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις.

Κοινοτικά Πλαίσια: Με την επιτάχυνση της αξιοποίησης του Γ΄ Κοινοτικού πλαισίου στήριξης, το οποίο καρκινοβατούσε ως το 2004, και την κατάρτιση του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ) που το διαδέχθηκε. Στην τετραετία 2005-2008 οι εισπράξεις από την Ε.Ε. για το Γ΄ ΚΠΣ έφθασαν τα €14 δις και ήταν υπερδιπλάσιες από ό,τι στην τετραετία 2001-2004 (€5,5 δις). Από το Γ΄ ΚΠΣ δεν χάθηκε ούτε ένα ευρώ, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό απορρόφησης που παρέλαβε το 2004 η κυβέρνηση Καραμανλή ήταν μετά από τέσσερα χρόνια μόλις 23%. Το ΕΣΠΑ, για την περίοδο 2007-2013 ανέρχεται μαζί με την εθνική συμμετοχή σε €32 δις, εκ των οποίων τα €20,4 δις αποτελούν συμμετοχή της Ε.Ε. Οι πόροι αυτοί διασφαλίστηκαν με σκληρές διαπραγματεύσεις, ενώ το ελληνικό ΕΣΠΑ εγκρίθηκε μεταξύ των πρώτων στην Ε.Ε. Το ΕΣΠΑ μαζί με το πρόγραμμα για την αγροτική ανάπτυξη και την αλιεία, ύψους €5,3 δις, αποτελούν σημαντικά αναπτυξιακά εργαλεία για την περίοδο ως το 2013.

Επενδυτικός Νόμος: Με τον επενδυτικό νόμο 3299/2004, ο οποίος προέβλεπε σημαντικές επιχορηγήσεις για επενδύσεις στην περιφέρεια, έχουν πραγματοποιηθεί και προγραμματιστεί σημαντικές επενδύσεις που συνέβαλαν και θα συνεχίσουν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της χώρας.

Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα: Με το πρωτοποριακό πλαίσιο των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), που δημιουργήθηκε με το νόμο 3389/2005, έχουν προγραμματιστεί σημαντικές επενδύσεις για την ανάπτυξη και βελτίωση κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών, με τη σύμπραξη του ιδιωτικού τομέα. Προγραμματίστηκαν 327 νέες υποδομές σε όλη την Ελλάδα, μέσω 52 έργων ΣΔΙΤ. Ο συνολικός προϋπολογισμός τους ανέρχεται σε €5,7 δις (βλ. Πίνακα 4). Τα έργα αυτά, τα οποία προβλεπόταν να πραγματοποιηθούν με χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο για τα επόμενα χρόνια. Επιπλέον δε αυτών, υπάρχουν και τα μεγάλα συγχρηματοδοτούμενα έργων, κυριώς για τους οδικούς άξονες. Δυστυχώς, τα έργα αυτά εγκαταλείφθηκαν και λιμνάζουν, σε μία περίοδο που είναι απολύτως απαραίτητα ως εργαλεία για την αντιμετώπιση της ύφεσης.

Ενίσχυση της Εξωστρέφειας: Η ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας επιδιώχθηκε με την αναβάθμιση του Ελληνικού Οργανισμού Εξωτερικού Εμπορίου (ΟΠΕ) και του Ελληνικού Κέντρου Επενδύσεων (ΕΛΚΕ), μέσω των στρατηγικών αποκρατικοποιήσεων καθώς και με την ενθάρρυνση των επενδύσεων ελληνικών επιχειρησέων στη νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.

Αξιοπιστία Κεφαλαιαγοράς: Με τους νόμους 3283/2004, 3301/2004, 3340/2005, 3371/2005, 3401/2005, 3461/2006, 3356/2007 λήφθηκαν εκτεταμένα θεσμικά και νομοθετικά μέτρα, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη θωράκιση της Κεφαλαιαγοράς από την χρήση προνομιακής πληροφόρησης, την ενίσχυση της ορθής, έγκαιρης και επαρκούς πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, την αποτροπή φαινομένων χειραγώγησης της αγοράς, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Κεφαλαιαγοράς, και την κατοχύρωση του αναπτυξιακού της ρόλου.

E. Μεταρρυθμίσεις στη Λειτουργία των ΔΕΚΟ.

Με τους νόμους 3429/2005 και 3691/2008 τέθηκαν οι βάσεις για την εξυγίανση, τον εκσυγχρονισμό και τη διαφάνεια στις δημόσιες επιχειρήσεις, τα νοσοκομεία, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Με το νόμο 3429/2005 επιδιώχθηκε ο περιορισμός του ευρύτερου δημόσιου τόμεα, η μείωση των επιχορηγήσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο περιορισμός των εργασιακών ανισοτήτων μεταξύ ΔΕΚΟ και ιδιωτικού τομέα και η λετουργία των ΔΕΚΟ ως σύγχρονων επιχειρήσεων με σαφή επιχειρηματική στρατηγική. Ο νόμος προβλέπει την κατάρτιση και παρακολούθηση από την Ειδική Γραμματεία των ΔΕΚΟ επιχειρηματικών σχεδίων σε όλες τις ΔΕΚΟ, εφαρμογή των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης ενώ οι ΔΕΚΟ υποχρεούνταν να καταρτίζουν και να τηρούν χάρτα υποχρεώσεων προς τον καταναλωτή. Με το νόμο 3691/2008, οι φορείς της γενικής κυβέρνησης (νοσοκομεία, οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης) υποχρεούνται να καταρτίζουν και να υποβάλουν σε Διυπουργική Επιτροπή, υπό τον Υπουργό Οικονομικών, πλήρεις προϋπολογισμούς και απολογισμούς, συμβατούς με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Με την πλήρη εφαρμογή αυτού του νόμου, θα εξέλειπαν τα προβλήματα με τα δημοσιονομικά στοιχεία της χώρας που αποκάλυψε η απογραφή του 2004, αλλά και η αναθεώρηση του 2009. Η διαφάνεια και η χρηστή διοίκηση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με την εφαρμογή του νόμου θα μπορούσε να ενισχυθεί. Δυστυχώς όλες οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν σχεδόν εγκαταλειφθεί από τη σημερινή κυβέρνηση.

ΣΤ. Πρωτοβουλίες για την Κοινωνική Συνοχή

Τέλος, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιδιώχθηκε μέσω της οικονομικής στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων και των ανέργων, καθώς και με τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής, μέσω του οποίου δόθηκαν το 2008 και το 2009 σημαντικές ενισχύσεις στους οικονομικά αδύναμους. Οι κοινωνικές μεταβιβάσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά €20 δις. Από τα €28,8 δις που ήταν το 2004 το 2009 αυξήθηκαν στα €48,7 δις, με δράσεις όπως η ενίσχυση του ΕΚΑΣ στα €230, της σύνταξης του ΟΓΑ στα €330, της ενίσχυσης των υπολοίπων χαμηλών συντάξεων, του επιδόματος ανεργίας, τη χορήγηση έκτακτου επιδόματος κοινωνικής συνοχής κλπ. Αυτές ήταν οι δημόσιες δαπάνες που αυξήθηκαν επί της κυβέρνησης Καραμανλή. Δαπάνες για κοινωνικές μεταβιβάσεις προς τους οικονομικά αδυνάτους.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν προώθησε μεταρρυθμίσεις δεν έχει καμμία βάση και αποτελεί μύθο. Προωθήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη της οικονομίας, οι οποίες όχι μόνο βοήθησαν την αναπτυξιακή προσπάθεια τα προηγούμενα χρόνια, αλλά θα μπορούσαν να εξακολουθούν να δίνουν αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Επιπλέον, προωθήθηκαν μεταρρυθμίσεις για τη διαφάνεια, την εξυγίανση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, δέσμια των ιδεολογικών της προκαταλήψεων και των υποχρεώσεων που ανέλαβε με το μνημόνιο, εγκατέλειψε και ανέτρεψε όλες σχεδόν τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της περιόδου 2004-2008, αυτοσχεδιάζοντας και ακροβατώντας.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Πότε ΄Επιασαν Πάτο τα Φορολογικά Έσοδα;

Τα φορολογικά έσοδα κατέρρευσαν κατά την πενταετία 2000-2004, και μάλιστα σε περίοδο υψηλής οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό συνέβη λόγω επιλεκτικών μεγάλων φοραπαλλαγών που θεσμοθετήθηκαν τότε, αλλά και της έντασης των χρόνιων προβλημάτων των φοροεισπρακτικών μηχανισμών.

Οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους μειώθηκαν από το 13,7% του ΑΕΠ το 2000, στο 12,1% του ΑΕΠ το 2003 και στο 11,8% του ΑΕΠ το 2004.

Οι εισπράξεις από άμεσους φόρους μειώθηκαν από το 9,7% του ΑΕΠ το 2000, στο 7,9% του ΑΕΠ το 2003 και στο 8,1% του ΑΕΠ το 2004.

Την περίοδο 2000-2004, χωρίς να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές όπως συνέβη μετά το 2004, υπήρξε συνολική απώλεια εσόδων της τάξης του 3,8% του ΑΕΠ. Τότε κατέρρευσαν οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί.

Αντιθετα, στην περιόδο 2004-2008, παρά τη σημαντική μείωση των φορολογικών συντελεστών, τα φορολογικά έσοδα όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους αυξήθηκαν από το 11,8% του ΑΕΠ το 2004, στο 12,4% του ΑΕΠ το 2008.

Οι εισπράξεις από άμεσους φόρους, παρά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες, μειώθηκαν μόλις κατά 0,1% του ΑΕΠ. Από 8,1% του ΑΕΠ το 2004 στο 8,0% του ΑΕΠ το 2008.

Τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά την περίοδο 2004-2008. Υπήρξε μία αύξηση των τρεχόντων εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης κατά 0,5% του ΑΕΠ, παρά τη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αύξηση μικρή αλλά ουσιαστική, αν σκεφτεί κανείς ότι οι φορολογικοί συντελεστές μειώθηκαν σημαντικά.

Στην διετία 2009-2010, παρά τις τερατώδεις αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών, τα φορολογικά έσοδα παραμένουν, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κάτω από τα επίπεδα του 2008.

Παρά τις αυξήσεις του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, οι εισπράξεις από έμμεσους φόρους μειώθηκαν από το 12,4% του ΑΕΠ το 2008 στο 12,0% το 2010.

Παρά τις αυξήσεις των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος και ακινήτων, οι εισπράξεις από άμεσους φόρους έπεσαν από το 8,0% του ΑΕΠ το 2008, στο 7,7% του ΑΕΠ το 2010.

Αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά ότι οι αυξήσεις των συντελεστών δεν βελτιώνουν απαραίτητα και τα φορολογικά έσοδα. Η κατάρρευση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών στην περίοδο 2000-2004, η οποία ανακόπηκε έως το 2008, φαίνεται να έχει αποκτήσει νέα δυναμική.

Οι Τελευταίες Αποκρατικοποιήσεις

Οι τελευταίες και πιο επιτυχημένες αποκρατικοποιήσεις έγιναν στην περίοδο 2004-2009. Μπορείτε να δείτε ποιες ήταν κάνοντας κλικ στην παραπάνω εικόνα.

Οι αποκρατικοποιήσεις της περιόδου 2004-2008 ήταν, σε αντίθεση με το παρελθόν, στρατηγικού χαρακτήρα. Δόθηκε έμφαση στην πλήρη αποκρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (πλην της Αγροτικής Τράπεζας) και των τηλεπικοινωνιών. Η Εθνική και η Εμπορική τράπεζα αποκρατικοποιήθηκαν πλήρως. Το ελληνικό δημόσιο κατέστη μέτοχος μειοψηφίας στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και τον ΟΠΑΠ. Ο ΟΤΕ απέκτησε στρατηγικό εταίρο, ο οποίος ανέλαβε και τη διοίκηση του οργανισμού, με σημαντικά όμως δικαιώματα αρνησικυρίας για το ελληνικό δημόσιο. Ειδικά στον τομέα της ενέργειας επελέγη η προώθηση συμφωνιών για τη διέλευση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου. Στον τομέα των μεταφορών, μετά από πολλές προσπάθειες, ολοκληρώθηκε η αποκρατικοποίηση της Ολυμπιακής.

Τα συνολικά έσοδα από το Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων (2004-2009) ανήλθαν σε €7,63 δις, σχεδόν 10% της αύξησης του ΑΕΠ μέσα στην πενταετία. Μέσα από τις νέου τύπου αποκρατικοποιήσεις η Ελλάδα ξαναμπήκε στο διεθνή επενδυτικό χάρτη. Το 77% περίπου των εσόδων προήλθε από εισροές ξένων κεφαλαίων, κάτι που αποδεικνύει την εμπιστοσύνη που δημιουργήθηκε για την ελληνική οικονομία.

Μετά το 2009 οι αποκρατικοποιήσεις ουσιαστικά σταμάτησαν. Η μόνη που έγινε (διάθεση επιπλέον μετοχών του ΟΤΕ) βασίστηκε στη συμφωνία που είχε συνάψει το 2008 η κυβέρνηση Καραμανλή για την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Η Οικονομία και η Οικονομική Πολιτική, 2004-2011

Όπως φαίνεται από τον πίνακα που επισυνάπτεται (κάνετε κλικ επάνω του για να τον μεγεθύνετε), η περίοδος 2004-2008 παρουσίασε ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις της πραγματικής οικονομίας. Συνολικά πρόκειται για τις καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη κυβέρνητική περίοδο κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Στην πενταετία 2004-2008 η ελληνική οικονομία γνώρισε από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ο πλούτος που παρήγαγε η χώρα αυξήθηκε θεαματικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Άνοιξη 2011) που παρουσιάζονται, το 2008, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε τρέχουσες αγοραίες τιμές, διαμορφώθηκε στα 236,9 δισεκατομμύρια ευρώ, από 172,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2003. Μία συνολική αύξηση που φθάνει τα 64,5 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Αντίθετα, μετά το 2008 το ΑΕΠ μειώνεται συνεχώς, ακόμη και σε τρέχουσες τιμές, με αποτέλεσμα το 2011 να εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 222,8 δισεκατομμύρια ευρώ, μία μείωση κατά 14,1 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο.

Σε σταθερές τιμές (του έτους 2000), στην περίοδο 2004-2008, το ελληνικό ΑΕΠ παρουσίασε ένα ρυθμό μεγέθυνσης ίσο με 3,4% το χρόνο. Για την τριετία 2009-2011 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης αναμένεται να είναι έντονα αρνητικός, στο -3,3% το χρόνο. Για τη διετία 2010-2011 ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης αναμένεται να διαμορφωθεί στο -4% το χρόνο τουλάχιστον.

Στη διάρκεια της ίδιας πενταετίας, η απασχόληση παρουσίασε σημαντική άνοδο και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Από 10,5% του εργατικού δυναμικού το 2004 το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 7,7% το 2008. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνολική απασχόληση στη χώρα ανέβηκε από τα 4 εκατομμύρια, 287 χιλιάδες εργαζομένων το 2003, στα 4 εκατομμύρια, 583 χιλιάδες του 2008. Μέσα στην πενταετία 2004-2008 δημιουργήθηκαν 300 χιλιάδες περίπου νέες θέσεις εργασίας. Έκτοτε, η απασχόληση συνεχώς μειώνεται. Το ποσοστό ανεργίας από 7,7% το 2008, το 2011 αναμένεται να διπλασιαστεί σχεδόν στο 15,2%.

Επιπλέον, κατά την πενταετία 2004-2008, υπήρξε θεαματική σύγκλιση σε σχέση με τους υπόλοιπους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε μονάδες ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης, ανέβηκε από το 81,3% του μέσου όρου των 15 της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2003, στο 84,5% το 2008. Η δε κατά κεφαλήν ιδιωτική κατανάλωση, ανέβηκε από το 98,5% του μέσου όρου των 15, στο 107,9% το 2008. Για πρώτη φορά από το 1981, το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας, όπως μετριέται από την ιδιωτική κατανάλωση, ξεπέρασε το βιοτικό επίπεδο του μέσου όρου των 15 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, μετά από δύο χρόνια διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, το 2011 εκτιμάται ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα έχει πέσει κατά δέκα σχεδόν μονάδες, μόλις στο 75,9 του μέσου όρου των 15 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά συνέπεια, επρόκειτο για μία πενταετία ανάπτυξης, ευημερίας και απασχόλησης. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε. Όχι μόνο δεν κατέρρευσε η Ελληνική οικονομία, αλλά δημιουργήθηκε σημαντικό επιπλέον εισόδημα, πλούτος και νέες θέσεις εργασίας. Αντίθετα, η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε κατάρρευση μετά την ανάληψη των ευθυνών από τη κυβέρνηση Παπανδρέου. Το μέσο ποσοστό μείωσης του ΑΕΠ κατά την τελευταία διετία φθάνει, αν δεν ξεπερνά το 4% και η ανεργία έχει διπλασιαστεί σε ποσοστό που ξεπερνά το 15%. Το χειρότερο είναι ότι με τη σημερινή πολιτική δεν διαφαίνεται προοπτική εξόδου από την κρίση.